Η ανάγκη θέσπισης αδικήματος "Γυναικοκτονίας" ως έκφραση της ενσωμάτωσης του κοινωνικού δρώμενου στο ποινικό φαινόμενο

του Γιώργου Καζολέα, Δικηγόρου

To ποινικό είναι το κατ΄εξοχήν δίκαιο που επηρεάζεται, προσαρμόζεται και διαμορφώνεται με βάση τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες και σκοπός του είναι η προστασία της κοινωνίας και των δικαιωμάτων των ατόμων που πλήττονται από την προσβολή των εννόμων αγαθών τους.

Οι συνεχείς και αυξανόμενες δολοφονίες γυναικών στην Ελλάδα από τους συζύγους/συντρόφους τους συνιστά εκκωφαντικό συναγερμό για την άμεση ανάγκη εφαρμογής της προσαρμοστικότητας αυτής του ποινικού δικαίου στο κοινωνικό δρώμενο, μέσω της θέσπισης αδικήματος γυναικοκτονίας.

Η γυναικοκτονία διαφέρει από τις άλλες μορφές δολοφονίας επειδή ακριβώς σχετίζεται με το φύλο, αποτελεί φόνο ανθρώπου επειδή είναι γυναίκα. Συνιστά ειδική πτυχή εντασσόμενη στο ρατσιστικό έγκλημα και ως τέτοια θα πρέπει να προβλέπεται και περιγράφεται στο νόμο. 

Η διαφορετική αντιμετώπιση αυτού του είδους της ανθρωποκτονίας όχι μόνο δεν απαγορεύεται αλλά αντιθέτως είναι επιβεβλημένη. Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κων/πολης (Σύμβασης του ΣτΕ για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας), ειδικά μέτρα που είναι απαραίτητα για την πρόληψη και την προστασία των γυναικών από την φυλετική βία δεν θεωρούνται διάκριση σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης. (άρθρο 4 παρ.4)

Οι βαθύτερες αιτίες της γυναικοκτονίας διαφέρουν από άλλους τύπους δολοφονιών και σχετίζονται με τη θέση των γυναικών στην κοινωνία, τις διακρίσεις εναντίον τους, τους ρόλους των φύλων, την άνιση κατανομή εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών, τα συνήθη στερεότυπα και χρόνιες νοσηρές νοοτροπίες που στηρίζονται στη διάκριση των δύο φύλων, τις προκαταλήψεις και την βία κατά των γυναικών.

Η πλειοψηφία των γυναικοκτονιών εκκινούν από την αντίληψη της γυναίκας ως κατώτερης από τον άνδρα, που αντιμετωπίζεται ως «κτήμα»», «ιδιοκτησία» του συζύγου/συντρόφου της. Η άρρωστη αυτή αντίληψη, αποτέλεσμα χρόνιας κοινωνικής παθογένειας, αποτελεί τον κινητήριο μοχλό του μισογυνισμού, της κακοποίησης, λεκτικής , ψυχολογικής και σωματικής , η οποία στην αποκορύφωσή της φτάνει στη δολοφονία.

Όλα τα παραπάνω ιδιαίτερα χαρακτηριστικά διαφοροποιούν στην ουσία το αδίκημα της γυναικοκτονίας από την ανθρωποκτονία, εξειδικεύοντάς το ως έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά.

Την ορολογία αυτή χρησιμοποιεί ήδη ο Ποινικός Κώδικας, σύμφωνα με τον οποίο, το ρατσιστικό έγκλημα όπως προβλέπεται ρητά στο άρθρο 82Α, οριοθετείται ως έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου.

Τα επιχειρήματα που στηρίζονται στη λογική «αφου και η δολοφονία γυναίκας είναι ανθρωποκτονία, άρα είναι περιττή η γυναικοκτονία» παραβλέπουν την ενσωμάτωση του κοινωνικού αντίκτυπου από το ποινικό φαινόμενο. Ούτε βέβαια κάθε δολοφονία γυναίκας θα πρέπει να θεωρείται άνευ ετέρου γυναικοκτονία, προς αντίκρουση των σχετικών ενστάσεων.

Η γυναικοκτονία, επομένως δεν ταυτίζεται με τη δολοφονία, γιατί σύμφωνα με όλα τα χαρακτηριστικά και τις αιτίες της, αντιπροσωπεύει την πιο ακραία μορφή βίας κατά των γυναικών με βάση το φύλο τους. Μια βία μάλιστα που αυξάνει παγκοσμίως, ως αντίρροπη δύναμη στην επιχειρούμενη τις τελευταίες δεκαετίες, εξισορρόπηση των ρόλων των δύο φύλων. 

Πριν από χρόνια μια γυναίκα που μπορεί να ήθελε να χωρίσει τον σύζυγο/σύντροφο της δεν τολμούσε να το πράξει και υπέμεινε έναν καταναγκαστικό βίο μαζί του. Σήμερα, που μια γυναίκα τολμά να εξωτερικεύσει τη θέλησή της να χωρίσει, αυτομάτως καθιστά εαυτήν υποψήφιο θύμα βίας και γυναικοκτονίας.

Η αναγνώριση και κατανόηση της γυναικοκτονίας σε επίπεδο ποινικής δικαιοσύνης, και όχι απλά συμβολικά, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη αποτελεσματικών και αποδοτικών μέτρων για την εξάλειψη και την πρόληψή της. 

Ο χαρακτηρισμός της γυναικοκτονίας ως συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, όχι μόνο θα λειτουργήσει αποτελεσματικότερα για σκοπούς γενικής και ειδικής πρόληψης αλλά και μετά την τέλεση του αδικήματος, θα επιτρέπει την αποτελεσματική έρευνα, τον έγκαιρο εντοπισμό του δράστη και των κινήτρων του και την παραδειγματική τιμωρία του.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παραίτηση από το δικόγραφο με την Προσθήκη-Αντίκρουση

Αθώωση για πλαστογραφία εγγράφων. Προσφορότητα εγγράφου για παραγωγή εννόμων συνεπειών

Ηθική βλάβη του εργαζόμενου με προσβολή της προσωπικότητάς του από τον εργοδότη

Η ανάκληση της παραίτησης από το δικόγραφο της προσφυγής στη διοικητική δίκη στο ελληνικό & κυπριακό δίκαιο

Το νέο άρθρο 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας: Ανατροπή στην τακτική διαδικασία