Η αναστολή διατάγματος έξωσης ως ειδικότερο ένδικο βοήθημα αναστολής δικαστικής απόφασης στο Κυπριακό Δίκαιο

του Γιώργου Καζολέα, δικηγόρου

Το δικαίωμα αναστολής δικαστικής απόφασης είναι κατοχυρωμένο νομοθετικά στο δικονομικό δίκαιο της Κύπρου. Σύμφωνα με τη Διαταγή 35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο, του οποίου η απόφαση εφεσιβάλλεται, ή το Εφετείο, ή ένας Δικαστής ενός εκ των δύο αυτών δικαστηρίων, μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης ή των διαδικασιών που προκύπτουν από την εκδοθείσα απόφαση.

Σύμφωνα με τη νομολογία[1], το αποφασιστικό κριτήριο για να δίδεται ή όχι αναστολή είναι η εξισορρόπηση δύο παραγόντων, ήτοι της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και της ανάγκης η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης ή διαδικασίας παραμερισμού να μην χάσει τη σημασία της, μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα.

Η καταχώρηση έφεσης, ή κατ’ αναλογία, η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, δεν επενεργεί προς αναστολή τέτοιας απόφασης, αλλά η διακριτική εξουσία, είτε του Εφετείου, είτε των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων ασκείται με βάση την αρχή της διατήρησης μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των αντικρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων, λαμβάνοντας υπόψιν τις επιπτώσεις στην κάθε πλευρά καθώς και τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ή της διαδικασίας παραμερισμού, εφόσον, μπορεί με βεβαιότητα να υπάρξει τέτοια πρόγνωση[2].

Η αναστολή εκτέλεσης απόφασης εφαρμόζεται και στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και ειδικότερα σε αποφάσεις ή διατάγματα που διατάσσουν απόδοση της κατοχής κατοικιών και καταστημάτων για τους προβλεπόμενους στο νόμο λόγους.

Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων , σύμφωνα με το άρθρο 11 εδάφιο 5 του παραπάνω νόμου, έχει το δικαίωμα τηρουμένου του όρου ότι o ενοικιαστής θα πληρώσει το οφειλόμενο ποσό ενοικίου, να αναστείλει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του διατάγματος ή να αναβάλει την ημερομηνία κατοχής για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα έτος,  εκτός εάν οι διάδικοι κάνουν διαφορετική συμφωνία, και υπό την επιφύλαξη ότι τους όρους αυτής κρίνει το Δικαστήριο καταλλήλους.

Είναι σημαντικό και ιδιαίτερα υποστηρικτικό για τον ενοικιαστή, εναντίον του οποίου εκδίδεται διάταγμα έξωσης, ότι από τα δικαστήρια αναγνωρίζεται ρητά το δικαίωμά του να ζητήσει την αναστολή της απόφασης από το πρωτόδικο δικαστήριο.

Όπως έχει κριθεί από τη νομολογία[3], το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν εμποδίζεται, όταν υπάρχει έφεση, να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει της Διαταγής 35,θ.18.

Τα δικαστήρια της Κύπρου, περιλαμβανομένου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, έχουν γενική εξουσία να αναστέλλουν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960). Όταν η απόφαση αποτελεί αντικείμενο έφεσης, η άσκηση της εξουσίας αυτής ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.35,θ.18.

Η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, βασική πτυχή της οποίας αποτελεί η αναστολή εκτέλεσης, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης[4].

Κρίθηκε από τα κυπριακά δικαστήρια ότι στη διατύπωση του άρθρου 11(5) του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να αναιρεί ή να αφαιρεί ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό στο δικαίωμα αίτησης αναστολής και στην ανάλογη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης[5].

Σημειώνεται ότι , όπως προβλέπει η Δ.35 θ.18, πριν την έκδοση του διατάγματος αναστολής, ο καθ’ ου το διάταγμα παρέχει εγγύηση.

Η νομολογία αναγνωρίζει δύο παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη, για την αναστολή εκτέλεσης[6]. Ο πρώτος είναι η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης και συναφώς έχει επισημανθεί ότι πρέπει να αποκαλύπτεται ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα προς τούτο, για να δύναται να λειτουργεί καθοριστικά υπέρ του εφεσείοντος. 

Ο δεύτερος παράγοντας είναι αυτός που αφορά στις συνέπειες από τυχόν επιτυχία της έφεσης, ενώ ο εφεσείων, (ενοικιαστής) έχει, στο μεταξύ, συμμορφωθεί με την εναντίον του πρωτόδικη απόφαση και έχει εγκαταλείψει το μίσθιο.  Στην υπόθεση Μαρκουλλίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά. (1989) 3 Α.Α.Δ. 3413, στη σελίδα 3423, είχε παρατηρηθεί ότι «Χρηματική ζημία δεν είναι ανεπανόρθωτη ή δυσεπανόρθωτη ζημία.  Η ζημία που δυνατό να θέσει σε κίνδυνο εμπορική επιχείρηση, ή την ικανότητα συντήρησης του αιτητή, ή αιφνίδια αποστέρηση των μέσων βιοπορισμού του ιδίου και της οικογένειάς του μπορεί να χαρακτηρισθεί, σε μερικές περιπτώσεις, ως ανεπανόρθωτη.»[7]

Οι ως άνω νομολογιακές διαπιστώσεις έχουν μεγάλη πρακτική σημασία καθώς είναι προφανείς οι βαρύτατες συνέπειες για τον ενοικιαστή που επιφέρει η εκτέλεση διατάγματος έξωσης και για το λόγο αυτό η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης αποτελεί ένα πολύτιμο «εργαλείο» στα χέρια του δίνοντας του χρονικό περιθώριο να αποφύγει την υποχρέωση απόδοσης του ενοικιαζόμενου ακινήτου στον ιδιοκτήτη. 

Δείτε την αρθρογραφία του Γιώργου Καζολέα εδώ

-------------------------

[1] Βλ.ενδ. Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα (1997) 1 Α.Α.Δ. 591, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 ΑΑΔ 1147

[2] Σάββα κατά Π.Γ.Αρτογεύματα Λτδ (2020) Δικ.Ελ.Ενοικ.Αμμοχώστου

[3] Βλ.ενδ.Ντεμιαν κατά Τσαγγαριδης ΑΑΔ Πολιτική Έφεση αρ. 36/2018, ημερομηνίας 22/06/2018.

[4] Ο.π.

[5] Ο.π.

[6] βλ. Ναυτικός ΄Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1147 και Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου ν. Yiangos I. Socratous & Sons Ltd, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 149/2015, 26.9.2016

[7] ΑΑΔ Μιχαηλίδης κατά Σαββα, 2017


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθώωση για πλαστογραφία εγγράφων. Προσφορότητα εγγράφου για παραγωγή εννόμων συνεπειών

Παραίτηση από το δικόγραφο με την Προσθήκη-Αντίκρουση

Ηθική βλάβη του εργαζόμενου με προσβολή της προσωπικότητάς του από τον εργοδότη