Ευθύνη παραγωγού ελαττωματικού εμβολίου και αιτιώδης συνάφεια πρόκλησης ασθένειας στον εμβολιαζόμενο (ΔΕΕ C‑621/15)

του Γιώργου Καζολέα, δικηγόρου

Ο J. W εμβολιάσθηκε κατά της ηπατίτιδας Β με εμβόλιο σε τρεις δόσεις, οι οποίες έγιναν, διαδοχικά, στις 26 Δεκεμβρίου 1998, στις 29 Ιανουαρίου 1999 και στις 8 Ιουλίου 1999. Τον Αύγουστο του 1999, ο W παρουσίασε διάφορες διαταραχές κατόπιν των οποίων, τον Νοέμβριο του 2000, διαγνώσθηκε σκλήρυνση κατά πλάκας.

Την 1η Μαρτίου 2005, οι δικαστικοί πραγματογνώμονες συμπέραναν ότι, από τις 20 Ιανουαρίου 2001, η σκλήρυνση κατά πλάκας από την οποία υπέφερε ο J. W δεν του επέτρεπε πλέον να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα. Στη συνέχεια, η κατάσταση του J. W επιδεινώθηκε σταδιακά έως ότου επήλθε λειτουργική ανικανότητα σε ποσοστό 90 %, οπότε είχε ανάγκη συνεχούς παρουσίας τρίτου προσώπου. Στις στις 30 Οκτωβρίου 2011 ο J.W. πέθανε.

Ηδη το 2006, ο J. W και τρία μέλη της οικογένειάς του, άσκησαν αγωγή αποζημιώσεως, βάσει του γαλλικού αστικού κώδικα, ζητώντας να υποχρεωθεί η εταιρεία που παρασκεύασε το εμβόλιο, να αποκαταστήσει τη ζημία που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν λόγω της χορηγήσεως του εμβολίου στον J. W.

Βάση της αγωγής ήταν ότι η χρονική σύμπτωση μεταξύ του εμβολιασμού και της εμφάνισης της σκλήρυνσης κατά πλάκας, καθώς και η έλλειψη προσωπικού ή οικογενειακού ιστορικού του J. W όσον αφορά στην ασθένεια αυτή, μπορούν να αποτελέσουν σοβαρά, ακριβή και συγκλίνοντα τεκμήρια ως προς την ύπαρξη ελαττώματος του εμβολίου και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του εμβολιασμού και της εκδηλώσεως της εν λόγω ασθένειας.

Οι ενάγοντες έκαναν επίκληση της νομολογίας του γαλλικού Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, κατά την οποία, στο πλαίσιο υποθέσεων που αφορούν την ευθύνη των φαρμακευτικών εργαστηρίων για τα εμβόλια που παρασκευάζουν, η απόδειξη της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ελαττώματος του προϊόντος και της βλάβης που υπέστη ο ζημιωθείς είναι δυνατό να απορρέει από σοβαρά, συγκεκριμένα και συγκλίνοντα τεκμήρια, η εκτίμηση των οποίων απόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστή της ουσίας.

Η αγωγή πρωτοδίκως έγινε δεκτή , ωστόσο η απόφαση ακυρώθηκε στο εφετείο , το οποίο έκρινε τα τεκμήρια  για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του εμβολιασμού και της εκδήλωσης της ασθένειας ως ανεπαρκή για την απόδειξη ελαττώματος του συγκεκριμένου εμβολίου. Εν συνεχεία η οικογένεια του W άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας. Το τελευταίο έκρινε ότι η απόφαση του εφετείου στερείται νομικής βάσεως διότι το δικαστήριο δεν εξέτασε εάν οι ιδιαίτερες περιστάσεις τις οποίες είχε κάνει δεκτές συνιστούσαν επίσης σοβαρά, συγκεκριμένα και συγκλίνοντα τεκμήρια ικανά να αποδείξουν τον ελαττωματικό χαρακτήρα του εμβολίου.

Το Εφετείο, αποφαινόμενο κατόπιν αναπομπής μετ’ αναίρεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή των W κ.λπ., με απόφαση της 7ης Μαρτίου 2014. Με την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο επισήμανε:

Πρώτον, ότι δεν υπάρχει ομοφωνία στην επιστημονική κοινότητα υπέρ της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του εμβολιασμού κατά της ηπατίτιδας B και της σκληρύνσεως κατά πλάκας και ότι όλες οι εθνικές και διεθνείς υγειονομικές αρχές έχουν απορρίψει τη σχέση μεταξύ του κινδύνου προσβολής από απομυελίνωση του κεντρικού και του περιφερειακού νευρικού συστήματος (χαρακτηριστικό της σκληρύνσεως κατά πλάκας) και του εν λόγω εμβολιασμού.

Δεύτερον, ότι όπως προκύπτει από πολυάριθμες ιατρικές μελέτες, το αίτιο της σκληρύνσεως κατά πλάκας είναι μέχρι σήμερα άγνωστο.

Τρίτον, ότι πρόσφατη ιατρική δημοσίευση συμπεραίνει ότι, κατά την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων της σκληρύνσεως κατά πλάκας, η παθοφυσιολογική διαδικασία έχει πιθανόν αρχίσει πριν από πολλούς μήνες, ή ακόμα και πριν από πολλά έτη.

Τέταρτον,  ότι από επιδημιολογικές μελέτες προέκυψε ότι το 92 % έως 95 % των ασθενών που πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας δεν έχουν κανένα σχετικό οικογενειακό ιστορικό.

Βάσει των παραπάνω στοιχείων, το εφετείο κατέληξε ότι το κριτήριο της χρονικής εγγύτητας μεταξύ του εμβολιασμού και της εμφανίσεως των πρώτων συμπτωμάτων και το κριτήριο της ελλείψεως προσωπικού και οικογενειακού ιστορικού που επικαλέστηκαν οι W κ.λπ. δεν μπορούσαν να συνιστούν, από κοινού ή αυτοτελώς, σοβαρά, συγκεκριμένα και συγκλίνοντα τεκμήρια από τα οποία να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του εμβολιασμού και της εν λόγω ασθένειας.

Μετά από νέα αίτηση αναίρεσης, το γαλλικό δικαστήριο έστειλε προδικαστικά ερωτήματα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΕ) και κατ’ ουσία το ερώτημα κατά πόσο στο πλαίσιο υποθέσεων που αφορούν την ευθύνη των φαρμακευτικών εργαστηρίων για τα εμβόλια που παρασκευάζουν, όσον αφορά στον τρόπο αποδείξεως ο δικαστής της ουσίας μπορεί, κατά την άσκηση της μη υποκείμενης σε έλεγχο εξουσίας εκτιμήσεως την οποία έχει, να κρίνει ότι τα πραγματικά στοιχεία που επικαλείται ο ενάγων συνιστούν σοβαρά, συγκεκριμένα και συγκλίνοντα τεκμήρια, ικανά να αποδείξουν το ελάττωμα του εμβολίου και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτού και της ασθένειας του ενάγοντος, παρά τη διαπίστωση ότι η ιατρική έρευνα δεν αποδεικνύει σχέση μεταξύ του εμβολιασμού και της εκδηλώσεως της ασθένειας;

Η απόφαση του ΔΕΕ της 21.6.2017[1] έδωσε καταφατική απάντηση στο ερώτημα. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, από την ιατρική έρευνα δεν καθίσταται δυνατό να αποδειχθεί ούτε να αποκλεισθεί η ύπαρξη σχέσεως μεταξύ της χορηγήσεως του εμβολίου και της εκδηλώσεως της σκληρύνσεως κατά πλάκας, επομένως κανόνες αποδείξεως που αποκλείουν τη χρησιμοποίηση μεθόδου η οποία βασίζεται σε ενδείξεις και προβλέπουν ότι ο ζημιωθείς, προκειμένου να ανταποκριθεί στο βάρος αποδείξεως που προβλέπεται στο άρθρο 4 της Οδηγίας 85/374[2], υποχρεούται να προσκομίσει βέβαιη απόδειξη, προκύπτουσα από την ιατρική έρευνα, για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ελαττώματος που αποδίδεται στο εμβόλιο και της εκδηλώσεως της ασθένειας, αντιβαίνουν στις απαιτήσεις της ίδιας οδηγίας.

Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει το ΔΕΕ, τόσο υψηλές απαιτήσεις ως προς την απόδειξη, οι οποίες συνεπάγονται αποκλεισμό κάθε άλλου τρόπου αποδείξεως εκτός από την βέβαιη απόδειξη που προκύπτει από την ιατρική έρευνα, θα είχαν ως αποτέλεσμα να καταστήσουν, σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, υπερβολικά δυσχερές ή, όταν, όπως εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι από την ιατρική έρευνα δεν κατέστη δυνατό ούτε να αποδειχθεί ούτε να αποκλειστεί η ύπαρξη μιας τέτοιας αιτιώδους συνάφειας, αδύνατο να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του παραγωγού, διακυβεύοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 1 της οδηγίας 85/374.[3]

Η εν λόγω οδηγία απαιτεί την απόδειξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ελαττώματος και ζημίας, χωρίς να απαιτεί η αιτιώδης συνάφεια να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, ιατρικά ή άλλα. Επίσης, η οδηγία δεν ορίζει ότι η έλλειψη ιατρικής έρευνας αποδεικνύουσας την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας συνιστά πλήρη απόδειξη της ελλείψεως ελαττώματος ή αιτιώδους συνάφειας.[4]

Ο Γεν. Εισαγγελέας μάλιστα στις Προτάσεις του επί της υπόθεσης αναφέρει επί λέξει: «φρονώ ότι το να καταστεί η έλλειψη γενικής ιατρικής έρευνας συστηματικός και οριστικός λόγος για την απόρριψη των ισχυρισμών του ενάγοντος θα ήταν προβληματικό υπό το πρίσμα της οδηγίας και της αρχής της αποτελεσματικότητας».

Το ΔΕΕ κάνει χρήση της φράσης «η πλέον εύλογη εξήγηση για την επέλευση της ζημίας» αναφορικά με την ύπαρξη ελαττώματος ως το συμπέρασμα του ελέγχου και της αξιολόγησης των «σοβαρών, ακριβών και συγκλινουσών» ενδείξεων που οδηγεί τελικά στην απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας.

Η απόφαση του ΔΕΕ είναι σημαντική καθώς κάνει υπέρβαση του κανόνα σύνδεσης της αιτιώδους συνάφειας με την επιστημονική απόδειξη που προσφέρει η ιατρική έρευνα. (εν προκειμένω σύνδεση επίπτωσης του εμβολίου στην πρόκληση της ασθένειας). Αναφέρει επί λέξει η απόφαση:  «…παρά τη διαπίστωση ότι από την ιατρική έρευνα δεν καθίσταται δυνατό να αποδειχθεί ούτε να αποκλεισθεί η ύπαρξη σχέσεως μεταξύ της χορηγήσεως του εμβολίου και της εκδηλώσεως της ασθένειας από την οποία νόσησε ο ζημιωθείς, ορισμένα πραγματικά στοιχεία που επικαλείται ο ενάγων συνιστούν σοβαρές, ακριβείς και συγκλίνουσες ενδείξεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη ελαττώματος του εμβολίου και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ελαττώματος αυτού και της εν λόγω ασθένειας».

Ορθώς βέβαια διευκρινίζει η απόφαση ότι «τα εθνικά δικαστήρια πρέπει, ωστόσο, να μεριμνούν ώστε η συγκεκριμένη εφαρμογή εκ μέρους τους των εν λόγω κανόνων αποδείξεως να μην καταλήγει σε παράβαση του κανόνα περί του βάρους αποδείξεως που θεσπίζεται με το εν λόγω άρθρο 4 ούτε να θίγει την αποτελεσματικότητα του καθεστώτος ευθύνης που θεσπίζει η οδηγία αυτή».

Πρέπει να επισημανθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν αποφαίνεται για την ουσία της υπόθεσης, αν δηλαδή η ασθένεια οφειλόταν τελικά στον εμβολιασμό, αποτελεί ωστόσο οδηγό για τον τρόπο χειρισμού αντίστοιχων υποθέσεων από τα εθνικά δικαστήρια, ιδίως σε περιπτώσεις που η ιατρική επιστημονική κοινότητα δεν έχει ξεκάθαρες απαντήσεις για το αν και κατά πόσο ένα εμβόλιο μπορεί να ευθύνεται για βλάβες της υγείας του εμβολιαζόμενου.


[1] Υπόθεση C‑621/15 N. W, L. W, C. W κατά Sanofi Pasteur MSD SNC, Caisse primaire d’assurance maladie des Hauts-de-Seine, Carpimko

[2]Οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1985 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Αρθρο 4: ''Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία, το ελάττωμα καθώς και την αιτιώδη συνάφεια, μεταξύ ελαττώματος και ζημίας.''

[3] Άρθρο 1 : ''Ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του''.

[4] Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Michal Bobek της 7ης Μαρτίου 2017 στην ίδια υπόθεση.

 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αθώωση για πλαστογραφία εγγράφων. Προσφορότητα εγγράφου για παραγωγή εννόμων συνεπειών

Παραίτηση από το δικόγραφο με την Προσθήκη-Αντίκρουση

Αμεροληψια Δικαστηριου-Σχεσεις δικηγορων και δικαστων υπο το φως δυο αποφασεων του ΕΔΔΑ